Πολλές ευχές – το βάρος της μοναξιάς
Είμαι φοιτητής πρώτη χρονιά στη Θεσ/νίκη. Μένω σε μια γκαρσονιέρα, που η μπαλκονόπορτα της έβλεπε απέναντι στην πλάγια όψη της πολύ κοντινής γειτονικής πολυκατοικίας. Σ΄αυτήν, έναν όροφο πιο κάτω από εμένα, υπήρχαν δωμάτια για κορίτσια. Είναι Σάββατο, νωρίς το βράδυ, πηγαίνω να κλείσω τα παντζούρια και τα τζάμια για να φύγω να βρω την παρέα μου. Βλέπω κινητικότητα απέναντι. Μερικά κορίτσια κινηόντουσαν γρήγορα, συζητούσαν μεταξύ τους, άλλαζαν πανωφόρια και πρόβαραν τσάντες. Υπήρχε μία έξαψη. Ετοιμαζόντουσαν να βγουν έξω.
Χτυπά το κουδούνι της κατοικίας μου. Αφήνω τα παντζούρια και πάω να ανοίξω να δω ποιός είναι. Είναι μία γνωστή από δίπλα που μου λέει κάτι για τα κοινόχρηστα. Κουβεντιάζουμε λίγη ώρα. Φεύγει. Γυρνάω να κλείσω τα παντζούρια. Το απέναντι δωμάτιο είναι φωτεινό. Έχει ξεμείνει μόνο μία κοπέλα. Αρχίζω να τραβώ τα παντζούρια για να τα κλείσω, αλλά δεν τα μανταλώνω, αφήνω ένα μικρό άνοιγμα καθώς η μοναχική κοπέλα έχει τραβήξει την προσοχή μου. Κοιτάζετε στον καθρέφτη, φτιάχνει τα μαλλιά της, κουνάει το κεφάλι της για να τα ανεμίσει και να τα φτιάξει με λεπτές κινήσεις των χεριών της, κάνει σαν να περπατά με νάζι, ξαναδοκιμάζει το στήσιμο του κορμιού της, τεντώνει λίγο τη φούστα της και ξανακοιτάζει τον καθρέφτη για να επιβεβαιωθεί. Μετά χαλαρώνει τους ώμους. Παίρνει μία τσάντα στο δεξί της χέρι και πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο, σαν να βρίσκεται σε μία σάλα. Πετάει την τσάντα και πλησιάζει προς την τζαμαρία του δωματίου της. Κλείνω τα παντζούρια τελείως να μη με δει. Παρακολουθώ, όσο μπορώ από τις γρίλιες. Η κοπέλα πότε κάθεται σε μια σαν πολυθρόνα, πότε σηκώνεται. Ξανακάθεται και κοιτά για ώρα προς το πάτωμα. Μετά γέρνει το κορμί προς τα πίσω και ακόμα πιο πίσω το κεφάλι.
Σταματώ την παρατήρηση. Είναι προφανές: οι άλλες έφυγαν να διασκεδάσουν και αυτή δεν την πήραν μαζί τους και ούτε είχε κάπου να πάει ή με κάποιον να βγεί. Μοναξιά, Σάββατο βράδυ και οι γνωστές της θα διασκεδάζουν. Σφίγκεται η καρδιά μου με την εικόνα της. Δεν ήταν όμορφη για να έχει κάποιον να την “βγάλει έξω”; ήταν υποτιμημένη από τις άλλες που έμεναν μαζί;. Ό,τι και να ήταν, ήταν μόνη και αυτό φαινόταν να της στοίχιζε.
Στεναχωρήθηκα με αυτή την εικόνα της αθέλητης μοναξιάς που εντυπώθηκε μέσα μου και έδωσε έναυσμα στη φαντασία μου να ΄πλάσει σκέψεις για το άδικο, τη σκληρότητα, τον πόνο της μοναξιάς και όλα αυτά που συνέδεσα με τις σκηνές που παρακολούθησα. Εγώ ένας άνθρωπος κοινωνικός με πολλούς φίλους και συναναστροφές, ντύθηκα εκείνη την ώρα το ρόλο της κοπέλας και το μυαλό μου γέννησε σκέψεις που έτρεχαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Άργησα να πάω στην παρέα μου.
Δεν μπορούσα να προσφέρω κάτι σ΄ αυτήν την κοπέλα, αλλά αυτή μου πρόσφερε. Μου έδωσε έναυσμα να ασκήσω τον εαυτό μου πως ακόμα και αν βρεθώ σε μοναξιά, εκτός συναναστροφών, κλεισμένος μέσα, απορριπτέος, να μην στεναχωριέμαι αλλά να παραμένω ατάραχος και να μπορώ να μετατρέπω το “κενό” σε πηγή δημιουργικής ενέργειας. Γιατί ναι μεν οι “άλλοι” είναι σημαντικοί, αλλά δεν πρέπει να καθορίζουν τη δική μου διάθεση. Και αυτόν τον πόνο της μοναξιάς τον συνάντησα πολλές φορές σε ανθρώπους που συνάντησα στη διαδρομή της ζωής μου.





